Ποιο είναι αυτό που ονομάζεται νόημα στη ζωή και ειδικά στη σύγχρονη ζωή του Δυτικού κόσμου. Ενός κόσμου που ζητάει όλο και παραπάνω και η ευτυχία και το νόημα μετρούνται σε ευρώ ή σε δολάρια. Σίγουρα δεν είμαι εγώ αυτός που θα απαντήσει σε αυτό. Ανά τους αιώνες φιλόσοφοι της κλασικής αρχαιότητας, της Αναγέννησης και της Άπω Ανατολής έχουν διατυπώσει διάφορες απόψεις. Εγώ απλά θα καταγράψω τις  σκόρπιες σκέψεις μου με βάση την δική μου εμπειρία σαν ψυχοθεραπευτής.

Θα έλεγα πως υπάρχει μια απλοϊκή αλλά βασική «φιλοσοφία» γύρω από τη ζωή. Η μια την προσεγγίζει με την νοοτροπία «η ζωή είναι σκατά και στο τέλος πεθαίνεις», ναι ξέρω όχι πολύ νοηματοδότρα οπτική. Και η άλλη «η ζωή είναι μια μοναδική ευκαιρία και ένα ταξίδι πιθανοτήτων και ανακαλύψεων»

Νομίζω πολλές φορές στη ζωή του κάθε ανθρώπου το εκκρεμές της σκέψης κινείται πότε στο ένα και πότε στο άλλο άκρο. Και κάπου στη μέση είναι η αλήθεια πιστεύω εγώ.

Δεν χρειάζεται να παίρνουμε τη ζωή τόσο σοβαρά, από την άλλη πρέπει να είμαστε πολύ σοβαροί με την ζωή μας και τι επιλογές μας. Η ζωή σου είναι οι πράξεις σου, Ναι θα πρόσθετα και η τυχαιότητα. Αλλιώς να τύχει να γεννηθείς στη Σομαλία και αλλιώς στην Ελβετία.

Από την άλλη τι είναι εκείνο που μας νοηματοδότει να υπερκεράσουμε τις αντιξοότητες και να βρούμε  ένα νόημα. Σίγουρα να μετράμε την ευτυχία μας με λεφτά πάντα θα είμαστε δυστυχισμένοι γιατι πάντα υπάρχουν παραπάνω λεφτά! Ναι σίγουρα ένα κατώφλι εισοδήματος εξασφαλίζει τις βασικές ανάγκες και είναι επιθυμητό.

Όμως πόσοι νέοι άνθρωποι ξεπουλάνε τα τρελά όνειρά τους για να στριμωχτούν και αυτοί στην νόρμα και την κανονικότητα προκειμένου να ικανοποιήσουν τα πρότυπα του Δυτικού κόσμου. Πόσου δεν ρισκάρουν και ξεπουλάνε τα ταλέντα, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους προκειμένου να ακολουθήσουν την πεπατημένη και καταλήγουν να είναι εύρωστοι οικονομικά αλλά δυστυχείς.  Οι τρελοί, οι ονειροπόλοι και οι παρεκκλίνοντες έμειναν στην ιστορία . Από την άλλη πόσοι βολεύονται στην ασφάλεια και το κάθε επίδομα, ειδικά μια γενιά που την γαλούχησε η εποχή του κορονοϊού με τα επιδόματα και την απραξία

Σίγουρα το νόημα στη ζωή πρέπει να είναι κάτι μεγαλύτερο από εμάς. Έξω από εμάς, κάτι που μας μεγαλώνει, μας πολλαπλασιάζει. Δεν χρειάζεται να είναι ένα όνειρο παγκοσμίου φήμης. Ακόμα και το ταπεινό μου χόμπι, η αναμέτρηση με τον καλύτερο εαυτό μου, η οικογένεια, ο εθελοντισμός είναι στοιχεία που δίνουν νόημα.

Επίσης αλλαγές στη ζωή είναι απαραίτητες σε διάφορους κύκλους της. Ο,τι λειτουργούσε μέχρι χθες δεν λειτουργεί για πάντα και όμως μένουμε αγκιστρωμένοι στην ασφάλεια. Μια ασφάλεια που προκαλεί αδράνεια και στασιμότητα και η δύναμη της αδράνειας είναι η μεγαλύτερη και ποιο καταστροφική δύναμη. Τα καράβια δεν είναι φτιαγμένα για να είναι αγκυροβολημένα  και ασφαλή στα λιμάνια αλλά για να ταξιδεύουν σε απάνεμες και φουρτουνιασμένες θάλασσες. Εκεί είναι το νόημα στην αλλαγή, στην αναζήτηση του καινούργιου και στο ρίσκο που περιέχει αυτό. Πότε δεν θα μάθεις για το τι είσαι ικανός να επιτύχεις αν δεν ρισκάρεις. Αυτό έχει νόημα

Ας θυμηθούμε πόσο νόημα και ζωηρό ενδιαφέρον είχε η κάθε μέρα όταν ξυπνάγαμε όντας παιδιά. Κάθε μέρα ήταν συναρπαστική και καινούργια. Μεγαλώνοντας τα μάθαμε όλα, ξέρουμε την κάθε κίνηση μέσα στη μέρα. Βαρετό χωρίς νόημα. . Άλλαξε, ρίσκαρε. Ξέρεις πολύ καλά τι πρέπει να κάνεις αλλά φοβάσαι.

Θα κλείσω με αυτό την αδόμητη φλυαρία μου που η σοφή γλώσσα του Καζαντζάκη μπορεί να τα αποτυπώσει σύντομα και απλά.

Ο Καζαντζάκης στο έργο του « Αναφορά στον Γκρέκο» λέει:

«Άπλωσες τότε το χέρι σου, σαν να πνιγόμουν κι ήθελες να με σώσεις.

Αρπάχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου· πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζες ακόμα· έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω:

-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.

Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου· δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά· ως τις ρίζες του μυαλού μου περιχύθηκε η φλόγα.

-Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να ’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.

-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.

Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμενε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:

-Φτάσε όπου δεν μπορείς!»

Copyright © 2020 giannisvlontakis.gr.

Developed by Sphere Web Solutions.

LOGIN