Όσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να λυγίζουν, εξίσου σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αντέχουν. Σε αυτό το δεύτερο σκέλος έρχεται να απαντήσει η θεώρηση της ψυχικής ανθεκτικότητας. Ένα συνεχώς αναπτυσσόμενο σώμα ερευνών ανατρέπει τη συμβατική μέχρι σήμερα γνώση πως κάποιος που ζει, δρα και λειτουργεί σε αντίξοο περιβάλλον, αναπόφευκτα επηρεάζεται αρνητικα.

Η ιδέα της ανθεκτικότητας υπάρχει στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων από πάρα πολύ παλιά είτε μέσω μύθων είτε μέσω των τεχνών και της λογοτεχνίας,καταγράφοντας ήρωες και τα κατορθώματά τους. Η εμπειρία αργότερα των δύο μεγάλων πολέμων με τις δυσχερέστατες συνθήκες που δημιούργησαν και ειδικότερα η εμπειρία επιβίωσης στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, οδήγησε τους μελετητές στη διερεύνηση των παραγόντων που ενισχύουν την ψυχοσωματική επιβίωση κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

H έρευνα της ψυχικής ανθεκτικότητας μετακινεί το επίκεντρο της προσοχής από τη θεραπεία των ανεπιθύμητων εκδηλώσεων και ασθενειών στο χτίσιμο ανθεκτικότητας. Αρχίζει και αναζητά τι είναι αυτό που κάνει τα άτομα να ξεπερνούν τις δυσκολίες, να αντέχουν και να τα φέρνουν εις πέρας. Αφορμή για αυτήν τη μετακίνηση είναι οι εργασίες των πρώιμων ερευνητών του όρου, οι οποίοι παρατήρησαν πως παιδιά που μεγάλωσαν σε εξαιρετικά δυσμενή περιβάλλοντα εξελίχθηκαν σε λειτουργικούς και ικανούς ενήλικες.

Ο αγγλικός όρος resilience προέρχεται από το λατινικό ρήμα resilio που σημαίνει αναπηδώ-ανακάμπτω και σχετίζεται με την προσαρμογή στην κρίση. Ετυμολογικά, η έννοια «ανθεκτικός» αναφέρεται σε αυτόν που δεν μεταβάλλεται εύκολα και μεταφορικά, σε αυτόν που δεν μεταβάλλεται από τις κακουχίες. Αν και δεν υπάρχει συναίνεση στην έννοια, οι περισσότεροι θεωρητικοί συμφωνούν πως η ανθεκτικότητα αναφέρεται στη θετική προσαρμογή του ατόμου παρά την ύπαρξη αντίξοων ή τραυματικών συνθηκών, την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών και την επαναφορά στη λειτουργικότητα.

Συνοπτικά, η ψυχική ανθεκτικότητα είναι ένας συνδυασμός ικανοτήτων και χαρακτηριστικών που αλληλεπιδρούν δυναμικά, ώστε να επιτρέψουν σε ένα άτομο να επανέλθει (bounce back), να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες με επιτυχία, λειτουργώντας πάνω από τον μέσο όρο παρά το σημαντικό στρες ή την αντιξοότηταπου αντιμετωπίζει.

Έτσι, η έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας αποτελεί συνδυασμό δύο συνιστωσών: η πρώτη αφορά την ύπαρξη αντιξοότητας ή κινδύνου και η δεύτερη την ύπαρξη καλής προσαρμογής. Η αντιξοότητα, η οποία συχνά αναφέρεται και σαν επικινδυνότητα, αφορά τις αρνητικές συνθήκες διαβίωσης και περιβαλλοντικές επιδράσεις, για τις οποίες έχει διαπιστωθεί οτι σχετίζονται με δυσκολίες στην προσαρμογή. Για να θεωρηθεί ένα άτομο ανθεκτικό χρειάζεται να υπάρξουν κίνδυνοι, οι οποίοι εμποδίζουν τη φυσιολογική ανάπτυξη. Η έννοια της αντιξοότητας περιλαμβάνει όλους εκείνους τους παράγοντες-κινδύνους που απειλούν την ομαλή προσαρμογή και ανάπτυξη. Ενδεικτικά, η φτώχεια, η κακοποίηση, η μετανάστευση, το διαζύγιο, το χαμηλό βάρος γέννησης, η απόρριψη από την κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα έχουν συνδεθεί με χαμηλή σχολική επίδοση, προβλήματα συμπεριφοράς, χαμηλότερη απόδοση στην εργασία. Η δεύτερη προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για την έννοια της ψυχικής  ανθεκτικότητας είναι η θετική προσαρμογή, η οποία ορίζεται συνήθως στο πλαίσιο της κοινωνικοψυχολογικής επάρκειας, αλλα και της επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων του εκάστοτε σταδίου ανάπτυξης. Για να χαρακτηριστεί ένα άτομο ανθεκτικό δεν χρειάζεται να παρουσιάζει εξαιρετική προσαρμογή, αλλά αρκεί να τα «πηγαίνει καλά» παρά τις δυσκολίες.Τα κριτήρια για το τι θεωρείται «τα πάω καλά» ποικίλουν σημαντικά στις έρευνες για την ανθεκτικότητα. Οι όροι εκτείνονται από την απουσία ψυχοπαθολογίας, την επίτευξη των «αναπτυξιακών καθηκόντων», μέχρι και τη συμπερίληψη και των δύο.

Η ψυχική ανθεκτικότητα διερευνάται στην πορεία του χρόνου και διάφορα μοτίβα έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία. Τουλάχιστον τέσσερις διακριτές μορφές ανθεκτικότητας έχουν αναφερθεί σε σχέση με οξείες και χρόνιες δυσκολίες. Οι διάφορες μορφές αντανακλούν και τις ποικίλες διαστάσεις της. Μιλάμε για την αντίσταση, την ανάκαμψη, την ομαλοποίηση και την ανασυγκρότηση. Η αντίσταση αναφέρεται σε μια σχετικά σταθερή και θετικά προσαρμοσμένη συμπεριφορά, παρουσία σημαντικών απειλών, για παράδειγμα,ένα παιδί που δείχνει καλή προσαρμογή σε όλα τα αναπτυξιακά στάδια, παρόλο που ζει σε συνθήκες φτώχειας και σε υποβαθμισμένη γειτονιά. Η ανάκαμψη, από την άλλη, αναφέρεται σε μοτίβο προσαρμοστικότητας που παρουσιάζει μια καμπή σαν αποτέλεσμα αντιξοότητας και επανέρχεται ξανά σε θετικό επίπεδο. Αυτή η μορφή ανθεκτικότητας θεωρείται φυσιολογική και αναμενόμενη σε βαριές χρόνιες ή οξείες αντιξοότητες και καταστροφές. Για παράδειγμα, σε μια φυσική καταστροφή η ανάρρωση αναμένεται με την ύφεση του φαινομένου. Η τρίτη μορφή της ομαλοποίησης παρατηρείται κυρίως σε παιδιά που γεννιούνται σε αντίξοα περιβάλλοντα, τα οποία, μόλις οι συνθήκες βελτιωθούν, εξελίσσονται πολύ γρήγορα στους αναπτυξιακούς στόχους, όπως -για παράδειγμα-ένα παιδί που γεννιέται σε ορφανοτροφείο και, μόλις υιοθετηθεί, εξελίσσεται ραγδαία. Τέλος, άλλη μια μορφή ανθεκτικότητας είναι η ανασυγκρότηση και αναφέρεται σε περιπτώσεις, όπου η λειτουργικότητα βελτιώνεται σαν συνέπεια του κινδύνου. Πρόκειται για αναδόμηση των πεποιθήσεων, των προτεραιοτήτων και των συμπεριφορών, ώστε το άτομο να μπορέσει να προσαρμοστεί καλύτερα. Η έννοια της μετατραυματικής ανάπτυξης (post-traumatic growth), ειδικότερα για ενήλικες, ταιριάζει και σχετίζεται με αυτού τους είδους την ανθεκτικότητα.

Είναι σημανικό να εστιάσουμε στο εξής ασχέτως του θεωρητικού υπόβαθρου που αναπτύχθηκε παραπάνω: To να είναι κάποιος ανθεκτικός δεν σημαίνει πως δεν θα δυσκολευτεί σε μια αντίξοη συνθήκη. Ο δρόμος για την ανθεκτικότητα είναι στρωμένος με δυσκολίες. Και ενώ κάποια άτομα είναι πιό ανθεκτικά από άλλα, αυτό δεν σημαίνει πως αποτελεί ένα προσωπικό γνώρισμα που είτε το έχεις είτε όχι. Η ανθεκτικότητα περιλαμμβάνει σκέψεις και συμπεριφορές που  μαθαίνονται και εξελίσσονται.

Το να φροντίζουμε τον εαυτό μας μέσω της σωστής διατροφής και άσκησης είναι μια τέτοια συμπεριφορά. Επίσης η αυτοθεραπεία μέσω αλκοόλ ή άλλων ουσιών άμεσα ανακουφίζει, μακροπρόθεσμα αποδυναμώνει την ανθεκτικότητα. Επίπρόσθετα η θετικότητα και η αποφυγή καταστροφολογίας μας κάνει να ελπίζουμε, ενώ η βοήθεια των συνανθρώπων και η διατήρηση σχέσεων ουσιαστικών και ποιοτικών μας βοηθάει να χτίσουμε ανθεκτικότητα. Το κοινωνικό μοίρασμα μας "μεγαλώνει". Τέλος η αποδοχή πως η δυσκολία και η αλλαγή είναι κομμάτι της ζωής μας ενεργοποιεί σε δράσεις που βοηθούν στην αποκατάσταση. Ό,τι έγινε δεν αλλάζει και η αποδοχή αυτής της αναπόφευκτης πλευράς της ζωής αποτελεί σημαντικό μονοπάτι προς την ανθεκτικότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Reich, J. W., Zautra, A. J., & Hall, J. S. (2010). Handbook of adult resilience. NewReich, J. W., Zautra, A. J., & Hall, J. S. (2010). Handbook of adult resilience. NewYork, NY: The Guilford Press

Reich, J. W., Zautra, A. J., & Hall, J. S. (2010). Handbook of adult resilience. NewReich, J. W., Zautra, A. J., & Hall, J. S. (2010). Handbook of adult resilience. NewYork, NY: The Guilford Press

Bonanno, G. A., Galea, S., Bucciarelli, A., & Vlahov, D. (2006). PsychologicalBonanno, G. A., Galea, S., Bucciarelli, A., & Vlahov, D. (2006). Psychologicalresilience after disaster: New York city in the aftermath of the September 11thterrorist attack. Psychological Science, 17(3), 181-186

Copyright © 2020 giannisvlontakis.gr.

Developed by Sphere Web Solutions.

LOGIN