Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη 166, 185 46, Πειραιάς

210 46 21 987 Κλείστε Ραντεβού

Εφηβεία και αυτοτραυματισμός: η σιωπηλή κραυγή των παιδιών.

Γράφει Η Βασιλειάδη Εύα, Ψυχολόγος
Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη η εμφάνιση της
αυτοτραυματικής συμπεριφοράς στους εφήβους. Πολλοί γονείς και
εκπαιδευτικοί έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το φαινόμενο και συχνά
αναρωτιούνται αν πρόκειται για μια «μόδα» της εποχής που προωθείται από
τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ή για κάτι βαθύτερο που ενέχει κίνδυνο για
την ζωή του παιδιού.
Η πραγματικότητα είναι ότι, παρόλο που η έκθεση στα μέσα κοινωνικής
δικτύωσης μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται ή
συζητιέται το φαινόμενο, ο αυτοτραυματισμός συνήθως αποτελεί μια
προσπάθεια διαχείρισης ενός έντονου ψυχικού πόνου.
Ο αυτοτραυματισμός – όπως το να κόβει κανείς το δέρμα του, να το καίει ή να
προκαλεί με άλλο τρόπο σωματικό πόνο στον εαυτό του – στις περισσότερες
περιπτώσεις δεν γίνεται με σκοπό τον θάνατο. Δεν ταυτίζεται, δηλαδή,
απαραίτητα με την αυτοκτονική πρόθεση. Αντίθετα, για πολλούς εφήβους
λειτουργεί ως ένας τρόπος εκτόνωσης συναισθημάτων που μοιάζουν
αβάσταχτα ή είναι δύσκολο να λεκτικοποιηθούν και τελικώς να εκφραστούν
.
Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι ο αυτοτραυματισμός μπορεί
σε ορισμένες περιπτώσεις να συνδέεται και με αυτοκτονική πρόθεση. Στο
παρόν κείμενο αναφερόμαστε κυρίως στη μορφή του μη αυτοκτονικού
αυτοτραυματισμού (non-suicidal self-injury), δηλαδή σε συμπεριφορές
αυτοτραυματισμού που λειτουργούν ως τρόποι διαχείρισης έντονων
συναισθημάτων και όχι ως απόπειρα τερματισμού της ζωής.
Πιο συγκεκριμένα, η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι ο
αυτοτραυματισμός μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές ψυχολογικές
λειτουργίες για τον έφηβο, όπως:
• Συναισθηματική αυτορρύθμιση
Ο σωματικός πόνος μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος
εκτόνωσης έντονων συναισθημάτων, όπως θυμός, άγχος ή θλίψη, τα
οποία ο έφηβος δυσκολεύεται να διαχειριστεί διαφορετικά.
• Η ανάγκη να νιώσει «κάτι»
Σε καταστάσεις έντονου συναισθηματικού κενού ή αποσύνδεσης, ο
σωματικός πόνος μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος να αισθανθεί ο
έφηβος ότι «υπάρχει», ακόμη κι αν βιώνει αυτή του την ύπαρξη μέσω
του πόνου.
• Αυτοτιμωρία
Ορισμένοι έφηβοι στρέφουν τον θυμό ή την απογοήτευση προς τον
εαυτό τους, θεωρώντας ότι «αξίζουν» να τιμωρηθούν για λάθη,
αποτυχίες ή αρνητικές σκέψεις που έχουν για τον εαυτό τους.
• Αίσθηση ελέγχου
Όταν η ζωή ή οι σχέσεις τους μοιάζουν χαοτικές ή ανεξέλεγκτες, ο
αυτοτραυματισμός μπορεί να δίνει μια πρόσκαιρη αίσθηση ότι έχουν
τον έλεγχο του σώματος και των συναισθημάτων τους.
• Ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο
Ο σωματικός πόνος μπορεί προσωρινά να μειώσει την ένταση του
εσωτερικού ψυχικού πόνου, δημιουργώντας μια αίσθηση
ανακούφισης – ακόμη κι αν αυτή είναι παροδική.
Στην εφηβεία, η ανάγκη για αποδοχή και σύνδεση είναι ιδιαίτερα έντονη.
Πολλές φορές ο έφηβος μπορεί να βιώνει θυμό, ντροπή, απόρριψη ή βαθιά
στενοχώρια, αλλά να δυσκολεύεται να μιλήσει για αυτά – ιδιαίτερα όταν τα
συναισθήματα συνδέονται με πρόσωπα που αγαπά και φοβάται μήπως
χάσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, ο πόνος στρέφεται προς τον ίδιο τον
εαυτό.
Ορισμένοι ειδικοί περιγράφουν τον αυτοτραυματισμό ως έναν τρόπο να
διατηρηθεί μια αίσθηση ελέγχου ή ακόμη και μια παράδοξη μορφή
«ασφάλειας». Το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει τον θυμό ή την
απογοήτευση του προς το πρόσωπο που το έχει στενοχωρήσει, γιατί
φοβάται ότι θα χάσει τη σχέση μαζί του και πως θα απορριφθεί. Έτσι,
στρέφει τον πόνο προς τον εαυτό του – έναν εαυτό που γνωρίζει ότι δεν θα
τον εγκαταλείψει, ακόμη και μετά τα αισθήματα ντροπής και ενοχής που
ακολουθούν την πρόσκαιρη ανακούφιση που προκαλεί ο πόνος του
αυτοτραυματισμού.
Τέλος, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση ανάμεσα στην πραγματική ψυχική
δυσκολία και στην επιφανειακή μίμηση που μπορεί να εμφανιστεί κάποιες
φορές σε ομάδες συνομηλίκων ή στο διαδίκτυο. Αν και η μίμηση μπορεί να
υπάρξει, στις περισσότερες περιπτώσεις πίσω από τον αυτοτραυματισμό
υπάρχει μια βαθύτερη ανάγκη: η ανάγκη να ρυθμιστούν έντονα
συναισθήματα, να εκφραστεί ένας εσωτερικός πόνος ή να ζητηθεί βοήθεια
με έναν τρόπο που δεν έχει βρει ακόμη λέξεις.
Για έναν γονέα ή έναν ενήλικα που φροντίζει έναν έφηβο, η ανακάλυψη ότι
το παιδί αυτοτραυματίζεται πιθανόν να προκαλέσει σοκ, φόβο ή θυμό.
Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό η συγκεκριμένη κατάσταση να
αντιμετωπιστεί με ψυχραιμία και διάθεση κατανόησης. Πίσω από τη
συμπεριφορά συνήθως βρίσκεται μια βαθιά ανάγκη για σύνδεση, αποδοχή
και ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο.
Η ανοιχτή επικοινωνία, η μη επικριτική στάση και η αναζήτηση
επαγγελματικής βοήθειας μπορούν να βοηθήσουν τον έφηβο να βρει πιο
ασφαλείς τρόπους έκφρασης και ρύθμισης των συναισθημάτων του. Με την
κατάλληλη υποστήριξη, ο αυτοτραυματισμός μπορεί να αποτελέσει ένα
σήμα που θα οδηγήσει σε ουσιαστική κατανόηση και φροντίδα.

Βιβλιογραφία:
• Klonsky, E. D. (2007). The functions of deliberate self-injury: A review
of the evidence. Clinical Psychology Review, 27(2), 226–239.
• Nock, M. K. (2010). Self-injury. Annual Review of Clinical Psychology,
6, 339–363.